11/9/09

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ 1893 - 1984


ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ΄τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλερτάει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νειό φεγγάρι...

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

....Πως - να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ΄έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη....
....................................................

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ.
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωϊμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ΄αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γώ - στραβός - μεσ΄στα νερά;
κι εσύ κοντά μου ....


ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά
-έτσι νάμαι-
με χώρις κατάρτια, με χώρις πανιά
να κοιμάμαι
Ναν΄αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω.
Ναν΄η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
-έτσι νάναι!-
και τα βράχια κατάπληκτα και τ΄αστέρια μακριά
να κυττάνε...
Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές
-δίχως χάρη-
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μεσ΄σε νύχτες βουβές,
το φεγγάρι.
............................................................................
Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό
-έτσι νάμαι-
σ΄αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό,
να κοιμάμαι....


ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και νάν΄σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι΄άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά - τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα - με γυάλινα πανιά - πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
όξ΄απ΄τον κύκλο των νερών - στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ΄από τόπους και καιρούς, έως ότου - φως μου -
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κειν΄η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ΄την τρικυμία αυτού του κόσμου ....


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκε στην Ακράτα το 1899.
Σπούδασε στο Αίγιο και στην Πάτρα. Αμέσως μετά κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Πεζικό και πήρε μέρος στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1930 εμφανίστηκε στα γράμματα, με συλλογή διηγημάτων. Η δημοσίευσή τους ξεσήκωσε ενθουσιασμό αλλά και αντίδραση, που εξελίχθηκε σε μια φιλολογική διαμάχη. Στο ποιητικό του έργο, ιδιόρρυθμο, όπως και η πρόζα του, εισάγει πολλές συντακτικές και γλωσσικές καινοτομίες. Σε γενικές γραμμές ο Σκαρίμπας είναι, και στη θεματογραφία του αλλά και στην ανάπτυξη της, ιδιόρρυθμος με έναν γνήσιο αυθορμητισμό. Αγαπήθηκε από το ελληνικό όσο λίγοι σύγχρονοι συγγραφείς. Το σπινθηροβόλο πνεύμα του, η σατιρική του διάθεση, ο σπάνιος έπαινός του για πρόσωπα και πράγματα (ελληνικά και ξένα), είχε ως αποτέλεσμα να πολεμηθεί άγρια πολλές φορές. Η ποίηση του διατηρεί μια μοναδικότητα στα νεοελληνικά γράμματα.
Πέθανε τον Ιανουάριο του 1984.

6/9/09

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 1859 - 1943


Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Αρχαίο Πνεύμ΄αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ΄αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψ΄εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ΄ουρανού

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών Αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ΄αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίο Πνεύμ΄αθάνατο, κάθε λαός.




ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Μου σφίγγει ο καημός σα θηλειά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι
Παράξενο θέλω ν΄αρχίσω ταξίδι
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό

Το δρόμο μου αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμιά

Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ΄αγνώριστη χώρα,
δε θά΄χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,
αγάπη, από σε να χαθώ!

Απρίλιος 1883


ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ

Τα πρώτα μου χρόνια τ΄αξέχαστα τάζησα
κοντά στ΄ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ΄ακρογιάλι,

στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστένασμα:
Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Μια μένα είν΄η μοίρα μου, μια μένα είν΄η χάρη μου,
δε γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ΄αγκρογιάλι;

Μια πίκρα είν΄αμίλητη, μια πίκρα ειν΄αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν΄άσβηστη και μες στον παράδεισο
των πρώτω μας χρόνω κοντά στ΄ακρογυάλι.

1912



ΚΑΚΗ ΦΩΤΙΑ

Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκε στην Πάτρα, από Μεσολογγίτικη οικογένεια με μακριά παράδοση στα Γράμματα (ο προπάπος του Παναγ.Παλαμάς ήταν ο ιδρυτής της περίφημης Παλαμαίας Σχολής και σοφός δάσκαλος του Γένους).
Στη ζωή του, βίωσε δύο προσωπικές τραγωδίες. Η πρώτη, ήταν όταν σε σε ηλικία 7 χρονών έφυγε από τη ζωή η μητέρα του και μετά από σαράντα ημέρες την ακολούθησε και ο πατέρας του. Έτσι ο Κωστής Παλαμάς πήγε να ζήσει κοντά στους συγγενείς του στο Μεσολόγγι, όπου έμεινε μέχρι το 1875. Ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τελικά αφιερώθηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία, αφού από πολύ μικρός είχε αρχίσει κιόλας να γράφει. Η δεύτερη τραγωδία του ποιητή υπήρξε ο θάνατος του μικρότερου από τα τρία παιδιά του, σε ηλικία μόλις τεσσάρων χρόνων. Το έργο του είναι τεράστιο σε όγκο, καλύπτοντας όλα σχεδόν τα είδη του Λόγου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, ωστόσο, θα εκδοθεί το 1886 με τίτλο "Τα τραγούδια της πατρίδος μου". Ίσως είναι ο πιο τιμημένος στη χώρα του ποιητής, όσο καιρό ζούσε ακόμα.