ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.
Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων,
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει "δε σ΄τό΄λεγα;" μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: "Σάντσο, τ΄άλογό μου!"
Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τούς ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια υγρά, τις χίμαιρες ν΄απαρνηθούν τις πρώτες
Τους είδα πίσω νά΄ρθουνε - παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι΄ανύπαρκτο βασίλειο -
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά τούς ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!
ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ
Κι αν έσβησε σαν ήλιος τ΄όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ΄ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά.
Κι αν έχει, πριν ανοίξει το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί.
Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό.
Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μού λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μού λέει για κάποια πού΄ζησα ζωή!
ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία,
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελείωσαν" ψιθυρίζουν "τώρα",
πως θ΄αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ
Θά΄ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.
"Αδελφέ" θα μου πουν "δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούνε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένοι από χρόνια, το δάκρυ.
"Τα χρυσά πού΄ναι τώρα φθινόπωρα,
που τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Που οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;
"Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε"
Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ΄απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...
Θεωρείται από τους πρόδρομους της ανανέωσης του νεοελληνικού ποιητικού λόγου, με τις καινοτομίες του στο μέτρο και την ομοιοκαταληξία, με τις απλές καθημερινές λέξεις, που ξαφνιάζοντας τότε, αποκτούσαν όμως μέσα την ποίηση του όλη τη λάμψη και το νόημά τους. Γεννήθηκε στην Τρίπολη, αλλά η οικογένειά του καταγόταν από την Κορινθία. Ο πατέρα του καθώς ήταν νομομηχανικός μετακινούνταν συνέχεια παίρνοντας μαζί του και την οικογένειά του. Έτσι ο ποιητής έζησε την παιδική του ηλικία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις που σφράγισαν την ψυχή του με εικόνες μελαγχολίας και θλίψης, που αργότερα θα τις δώσει στα ποιήματά του. Στην Αθήνα σπούδασε νομικά και εργάσθηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Όλο του το έργο, όσο έζησε, περιορίζεται σε τρεις ποιητικές συλλογές. Αυτοκτόνησε σε ηλικία 32 χρόνων στην Πρέβεζα, όπου είχε μετατεθεί, ύστερα από δυσμένεια.
